Έλληνες στο Εξωτερικό: Πρεσβευτές, Υπερασπιστές, Ειδικοί, Απολογητές

Ναϊρόμπι, Κένυα- «Και από που είσαι από τις ΗΠΑ;» Ρώτησε ο Κενυάτης τραπεζίτης στο πρόσφατο παγκόσμιο οικονομικό forum για την Αφρική, στο Κέιπ Τάουν. «Δεν είμαι από τις ΗΠΑ, απλά, έμαθα αγγλικά από Αμερικάνους», είπα αδιάφορα.

Ξέρω πολύ καλά ότι η σωστή απάντηση θα ήταν, «δεν είμαι από τις ΗΠΑ, είμαι Ελληνίδα.» Αλλά αυτή δεν είναι η σωστή εποχή να είσαι Έλληνας.

Δεν είμαι σίγουρη αν ήταν μια επιθυμία να μη μιλάω για τον οικονομικό και κοινωνικό θάνατο της χώρας μου με ένα άλλο άτομο που έχει μια άλλη γνώμη ή αν το να μιλάω για την Ελλάδα με αποσπά από τις προσπάθειές μου να χτίσω μια καινούρια ζωή στην Αφρική, μακριά από την Ευρώπη και τις συμφορές της.

Όταν ζεις στο εξωτερικό και η χώρα σου είναι στις ειδήσεις σε τέτοια έκταση, δύο πράγματα συμβαίνουν: το πρώτο είναι ότι αυτό γίνεται ένα συνεχές θέμα συζήτησης και το δεύτερο είναι ότι εσύ γίνεσαι de facto πρεσβευτής, υπερασπιστής, ειδικός, απολογητής.

Την επόμενη μέρα ένας φίλος μου ζήτησε να τον ενημερώσω για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Ήμουν πολύ κουρασμένη, ακόμη και για να προσποιηθώ ότι ασχολούμαι. Του «πέταξα» αδιάφορα ότι «δε θέλω να το συζητήσω», το οποίο ήταν αγενές, αναμφισβήτητα.

Έπειτα, ένας άλλος φίλος αστειευόταν για το πως οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους και είναι τεμπέληδες. Τότε, έσπασα, γιατί γίνεται κουραστικό να ακούω, πέντε χρόνια τώρα, από ξένους ότι είμαστε τεμπέληδες και δεν πληρώνουμε φόρους (που δεν είμαστε και πληρώνουμε).

Πέντε χρόνια ακούω ότι αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι αυτό που οι Έλληνες αξίζουν («κρίμα που δε μπορείς να οδηγήσεις την Porsche Cayenne σου άλλο πια»), όταν οι γονείς σου έχασαν τις συντάξεις τους, όπως και οι φίλοι τους, όταν άνθρωποι που ξέρεις αυτοκτονούν και άλλοι βλέπουν τις επιχειρήσεις τους να καταρρέουν, αν και πάντα δούλευαν και πάντα πλήρωναν φόρους και κανείς τους δεν είχε Porche. Δεν είναι και τόσο αστείο.

Και για να το ξεκαθαρίσω, δεν έχει να κάνει με την πολιτική. Δύο ξένοι συνάδελφοι που σέβομαι «οργίαζαν» για την τωρινή ελληνική κυβέρνηση τις προάλλες. Πώς βλέπει η υπόλοιπη Ευρώπη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τί είναι τι και πώς θριαμβεύει ο «μικρός»;

Έφυγα από τη συζήτηση για ακόμη μια φορά, γιατί το ρίσκο που παίρνει η Αθήνα είναι υπερβολικό για μένα και δεν είμαι σίγουρη αν πρέπει να πανηγυρίζουμε και να γιορτάζουμε με μπύρες στο Ναϊρόμπι. Ειδικά όχι από ανθρώπους που δεν έχουν κάτι να χάσουν. Εγώ έχω!

Αλλά αυτό που είναι χειρότερο από τα αστεία, τις ελλιπείς γνώμες και τον άστοχο θαυμασμό, είναι το αίσθημα της ανικανότητας που φουντώνει μέσα σου. Δεν υπάρχει τίποτα που εσύ, ένας πολίτης μακριά από τη χώρα σου, μπορείς να κάνεις γι’ αυτό.

Πριν από μερικούς μήνες άφησα στη σελίδα του Fecebook ενός Έλληνα διανοούμενου, του οποίου τη γνώμη σέβομαι, αλλά σπάνια συμφωνώ μαζί του, ένα σχόλιο σχετικά με μια παρατήρηση που έκανε για την εσωτερική πολιτική. Μου απάντησε ότι «δε δέχομαι τέτοια σχόλια από επισκέπτες της χώρας».

Μου ράγισε την καρδιά. Δεν είμαι επισκέπτης! Είμαι 10 μήνες τώρα μακριά από την Ελλάδα, αλλά ο νους μου και η ψυχή μου βρίσκονται εκεί. Είμαι δεμένη με την Ελλάδα. Κάλυπτα δημοσιογραφικά αυτό το χάος μέχρι και πριν έξι μήνες. Αλλά οι συμπατριώτες σου, κάποιοι πιο ευγενικά από άλλους, σε θεωρούν ξένο, όπως ακριβώς και οι φίλοι σου στην πατρίδα που δεν καταλαβαίνουν γιατί επηρεάζεσαι τόσο πολύ απ´ ό, τι συμβαίνει.

Αυτές οι αντιδράσεις ενισχύουν το αίσθημα τις ανικανότητας και της απομόνωσης. «Είναι δύσκολο να ζω στο εξωτερικό, μακριά από οικογένεια και φίλους. Όταν η χώρα σου πέφτει, αιμορραγείς όλο και περισσότερο», μου έγραψε σε ένα email η Νίκη Τριανταφύλλου, μια άλλη ξενιτεμένη, όταν τη ρώτησα πως νιώθει παρατηρώντας την κρίση από μακριά. Μετανάστευσε στη Μοζαμβίκη πριν 20 χρόνια για ένα νέο επιχειρηματικό εγχείρημα.

Το Internet γίνεται φίλος και εχθρός σου. Σε μια προσπάθεια να επικεντρωθώ στη νέα μου δουλειά, σταμάτησα να ακολουθώ πολλούς ελληνικούς λογαριασμούς στο Twitter. Προσπαθώ να αποφεύγω και τα νέα, αλλά δεν είναι εύκολο. «Υποθέτω ότι αν αυτό είχε συμβεί πριν 30 χρόνια, χωρίς Internet και διεθνείς ειδήσεις, θα ήσουν πιθανότατα λιγότερο αγχωμένη”, μου είπε η Νίκη.

Και τότε μια νέα ειδοποίηση αναβοσβήνει στην οθόνη μου- «Tο Δ.Ν.Τ. σταματά τις συζητήσεις για τη διάσωση της Ελλάδας, ενόψει απουσίας προόδου»– και η καρδιά μου σταματά για λίγο να χτυπά. Είναι όντως έτσι; Ένα βήμα πιο κοντά στην αθέτηση των υποσχέσεων, πιο κοντά στην εξάντληση των πενιχρών εισοδημάτων των γονιών μου, στην έλλειψη πρόσβασης στη χημειοθεραπεία για τη θεία μου, στο να χάσουν οι φίλοι μου τις δουλειές τους σε μια νύχτα;

Ο σύντροφος μου με παρότρυνε να δω την κατάσταση με άλλη ματιά: «Είμαστε στην Αφρική», λέει, «δες τα προβλήματα γύρω σου. Η χώρα σου δεν είναι σε πόλεμο και η οικογένειά σου δεν πεινάει μέχρι θανάτου.» Η Αμερικανίδα φωτογράφος με βάση το Ναϊρόμπι Jennifer Huxta ζούσε στο Παρίσι την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

«Τις μέρες και βδομάδες που ακολούθησαν θυμάμαι ότι είχα την έντονη ανάγκη να παραιτηθώ από τη δουλειά μου και να πάω στη Νέα Υόρκη. Να κάνω το παραμικρό που θα μπορούσα να κάνω. Ήμουν, όμως, χωρίς καθόλου χρήματα, ακόμα και για να καλύψω την πτήση», μου έγραψε.

«Έχασα τη συλλογική εμπειρία και ενότητα των πρώτων ημερών, μετά τις επιθέσεις. Διάβασα για τις αυθόρμητες προσπάθειες των ανθρώπων να ανακουφιστούν από τον πόνο και να συνενωθούν… Αυτές οι ιστορίες έθρεψαν την ανάγκη μου να βρεθώ εκεί», είπε. Και αυτή βρέθηκε αντιμέτωπη με το αίσθημα της ανικανότητας του να είσαι ξένος. Έβλεπε την αντιπαράθεση στη χώρα της να γίνεται όλο και πιο έντονη ως ακραία. «Με στενοχωρούσε και ένιωθα αποξενωμένη από τη χώρα μου. Θορυβήθηκα δε με τις σκληρές αντιδράσεις απέναντι στις πιο συνετές ή ακόμη και επικριτικές φωνές, καθώς προχωρούσαμε προς τις πρώτες αεροπορικές επιθέσεις στο Αφγανιστάν», είπε.

Ο Mohamed Simo, το θέμα μιας ιστορίας μου για τη Wall Street Journal σχετικά με τους πρόσφυγες, ζούσε και σπούδαζε στη Μαλαισία, όταν οι βόμβες του Assad ισοπέδωσαν το σπίτι του στο Αλέπο της Συρίας. Αναγκάστηκε να μπει στην Ελλάδα παράνομα, αφού εφτά χώρες απέρριψαν την αίτηση του για ανθρωπιστική ή προστατευτική βίζα. Τον συνάντησα σε ένα κελί φυλακής ενός ελληνικού νησιού, μέσα στο καταχείμωνο.

«Ακόμα κι αν πέθαινα στο δρόμο για την Ευρώπη, δε θα με ένοιαζε, γιατί έχασα τα πάντα· τη χώρα μου, το μέλλον μου, τους ανθρώπους μου και καμία χώρα δε δέχτηκε να μου χορηγήσει βίζα, μέχρι που με βρήκες σε αυτό το μέρος», μου έγραψε. Τώρα, ζει και εργάζεται στη Σουηδία που του παρέχει πλήρη άδεια παραμονής.

Έχοντας στο νου μου το σχόλιο του συντρόφου μου για αλλαγή οπτικής, διαβάζω ξανά και ξανά τα μηνύματα της Jennifer και του Mohamed. Μπορώ να συγκρίνω την ελληνική οικονομική κατάρρευση με τις ανθρωπιστικές επιπτώσεις μιας μαζικής τρομοκρατικής επίθεσης ή με έναν από τους πιο σκληρούς εμφυλίους πολέμους που έχει δει ποτέ ο κόσμος; Όχι, αλλά η σύγκριση τέτοιων τραγωδιών είναι μια θλιβερή άσκηση που είναι καλύτερο να την αφήνουμε στους εκδότες ή στα μέλη των ρητορικών ομίλων.

Τέλος, καμία από τις χειρότερες καταστροφές του κόσμου και καμία από τις μικρότερες ή μεγαλύτερες συμφορές από τις δικές σου δεν θα σε κάνουν να αισθανθείς καλύτερα για τα προβλήματα στη χώρα σου. Δε λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.

Η Ματίνα Στέβη είναι η ανταποκρίτρια για τις επιχειρήσεις στην Αφρική της Wall Street Journal, με βάση το Ναϊρόμπι. Πριν, έγραφε για το Journal σχετικά με την κρίση της ευρωζώνης και τους πρόσφυγες, με βάση τις Βρυξέλλες. Είναι Ελληνίδα πολίτης.

Πηγή: Wall Street Journal

Μετάφραση – Επιμέλεια: Γιώτα Μπουγά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s